<$BlogRSDUrl$>

26.4.05

A day in life 

----
Κάθεται ύστερα και γράφει την πρώτη έκθεση: "Τα πάντα εν σοφία εποίησε, ός εποίησε. Έγινε πολύ καλή δουλειά! Αυτή η ατέλεια των ανθρώπων, αυτή η ασυνέπεια και η ελλειματικότητα, τους κάνει πολύ νόστιμους και δημιουργικούς. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ημέρα στη ζωή. Πολλά χρώματα, πολλά κόκκινα αυτοκίνητα, πολύς πυρετός το Σαββατόβραδο. Και πολλά δάκρυα για κάτι όμορφα, σκληρά κορίτσια. Ευτυχώς, γλυκά δάκρυα κι αυτά. Διότι, τελικά (κι εδώ κλείνει με κάπως λόγιο τρόπο) ως χαρίεν ο άνθρωπος, αρκεί να είναι ο εαυτός του. Καμία διόρθωση δεν επιβάλλεται, κανένα λάθος δεν ανιχνεύεται στη δημιουργία, πλην ενός: το εγκλώβισες, άγνωστε δημιουργέ μου, το συμπαθές σου ον, δεν του επέτρεψες να μπαινοβγαίνει".

*


Καθότι μετά ξυπνάς, πας στη δουλειά, κάθεσαι στο παγκάκι, περιπλανιέσαι στο βουνό, κάνεις μπάνιο στον καταρράκτη, γράφεις στον υπολογιστή, περιμένεις στην ουρά, οδηγείς το κόκκινο αυτοκίνητο. Και ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας, ένας προβολέας, διαρκώς στραμμένος πάνω σου, σε ακολουθεί. Ακόμα και στα διαλείμματα του ύπνου διατηρείς τη συνείδησή του, το δυνατό φως της ζωής πάνω στα κλειστά σου βλέφαρα. Το a day in life, γίνεται another day in life. Και δεν υπάρχει σημείο να κρυφτείς, τόπος να ξεκουραστείς από το βλέμμα της ζωής, απ’ αυτό το ορθάνοιχτο μάτι που σε παρατηρεί. Ζω, ξαφνικά σημαίνει είμαι καταναγκασμένος να ζω – τα είπανε άλλοι αυτά, καλύτερα από μένα. Πολύ ωραία το λέει και ο φίλος Κώστας, στον Αντίπαλο, το τελευταίο του βιβλίο: Όσο και να τρέξεις, η ζωή θα σε προλάβει.

Ο καταναγκασμός προκύπτει από το συνεχές, το αδιάπτωτο ζην. Δεν μπορείς να διακόψεις για κατούρημα, να κάνεις μια βόλτα, να ανασυνταχτείς, να εκτιμήσεις, να δεις τι έχει πέρα απ’ το φράχτη, πού οδηγεί αυτό το μονοπάτι, τι αέρας φυσάει πίσω απ’ το λόφο και να επιστρέψεις· αντίθετα, οφείλεις να είσαι συνεχώς στην αίθουσα, να κάθεσαι στο πρώτο θρανίο και να προσέχεις τον δάσκαλο. Σου επιτρέπονται μόνο εικασίες για τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Κάποια στιγμή τολμάς να ρωτήσεις:
-Δάσκαλε, να βγω για τσιγάρο;
-Τρελός είσαι; απαντά. Έξω από εδώ βρίσκεται ο θάνατος. Θα κάτσεις στο θρανίο και θα γράψεις την έκθεσή σου.
-Με τι θέμα δάσκαλε;
-«Εμείς και ο θάνατος», φυσικά.

Από αυτό το μικρό θρανίο οφείλεις να αποκτήσεις ιδέα για το Όλον.

*


Γίνεται; Δεν ξέρω, μπορεί και να γίνεται. Διαβάζω πάντως τις ερμηνείες για το Όλον, ως εκθέσεις ιδεών από το πρώτο θρανίο. Όλες είναι πολύ καλές.

Συγκεκριμένα, μ’ αρέσουν όσες δηλώνουν ευθαρσώς την αθεΐα του συντάκτη τους.
Διαβάζω από την υποθετική έκθεση ενός:

«Σε βλέπω να λυπάσαι, να γελάς, να οργίζεσαι, να θαυμάζεις, να εξίστασαι, να ερωτεύεσαι, να κλαις, να απαγγέλλεις ποιήματα. Βιώνεις τα γεγονότα ως συγκλονισμούς της ύπαρξης. Καλά κάνεις άνθρωπέ μου, αλλά να ξέρεις ότι με όλο αυτόν το θόρυβο αναδιατάσσεις απλώς τα μόρια της αστρικής σκόνης και ενδέχεται σε κάτι τρισεκατομμύρια έτη φωτός το λυπημένο τραγούδι σου να δημιουργήσει καμιά σύντομη κοσμική βροχή –αν δεχτούμε τις θεωρίες της μόδας με τις πεταλούδες. Κι ενώ, δεύτερη ζωή δεν έχει, εσύ θα φας τα ωραία σου χρονάκια πενθώντας!»

Μ’ αρέσει, γιατί θέλει θάρρος η αντιπαράθεση με τους ατελείωτες αιώνες του θρησκευτικού καταναγκασμού. Ένα ποσοστό φόβου μας έχει μείνει ακόμα, δεν διαπραγματευόμαστε το ερώτημα σε παρθένο έδαφος. Πάντως, ένας αγαπημένος ρώσος φιλόσοφος, ο Μπερντιάγεφ, λέει διάφορα παρήγορα. Η εξέγερση, λέει, απέναντι σ’ αυτόν τον Θεό που γνωρίσαμε είναι επιβεβλημένη πράξη. Ξεσηκώνεται ο ευαίσθητος, ο πάσχων άνθρωπος στο όνομα μιας βαθύτερης αντίληψης θειότητας. Και η πάσχουσα αθεΐα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παραλλαγή της θρησκευτικότητας.

Μ’ αρέσουν όμως κι όσοι συντάκτες δηλώνουν ένθεοι, πιστοί. Διαβάζω από την υποθετική έκθεση ενός:

«Μην ανησυχείτε. Πολύ σύντομα, πιστοί και άπιστοι, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, μαρξισταί και φιλελεύθεροι, σαρτρικοί και κιρκεγκαρόβιοι, διεθνισταί και εθνοσωτήρες, φρικιά και καρέκλες, πλούσιοι και πένητες, μετ΄αλλήλων θα χορεύσομεν. Πού θα πάει, θα μαλακώσει η ύλη και τα διεστώτα θα επανασυγκολληθούν…Να ζήσουμε όσο καιρό μας επιτρέψει ο Κύριος, προετοιμαζόμενοι για την πυκνή και συνεχή ανταλλαγή ασπασμών, μετέπειτα»*

Μ’ αρέσει γιατί θέλει θάρρος και η αντιπαράθεση με την απάθεια, με τη γενική ροπή της μάζας να κρατηθεί από το DOLCE & CABANA της, από το ψευτο-τρέντυ κλίμα. Είναι δύσκολο να αντιστέκεσαι στην απιστία σου (που λέει κι ο Γιανναράς) ή να κυκλοφορείς ξυπόλητος και γυμνός, κόντρα σ’ έναν θρησκευτικό, εξασφαλισμένο, κουστουμαρισμένο τύπο ανθρώπου.
Όσο να ναι, θέλει δύναμη και η Ποιητική της αγάπης.


*



Μ’ αρέσουν, τέλος, κι όσοι μπροστά στο άδειο τους χαρτί δεν ξέρουν τι να γράψουν. Μασάνε το μολύβι τους, κοιτάνε τον διπλανό τους, ξεκινάνε, σβήνουν και ξαναρχίζουν.

Ε, κάπου εκεί θα βρεις κι εμάς, αδερφέ μου. Μας έπιασες να μασάμε πάλι το μολύβι μας, λοξοκοιτώντας δεξιά κι αριστερά, μέρες που είναι.



Καλή μεγαλοβδομάδα σε όλους.

---------
*
Το κείμενο του "πιστού" είναι συρραφή του κατηχητικού λόγου του Ιωάννου Χρυσοστόμου και λόγων του Ν.Γ.Πεντζίκη, μαζί με δικά μου κατορθώματα.

This page is powered by Blogger. Isn't yours?